“Το κουκλοθέατρο είναι το θέατρο που χρησιμοποιεί όλα τα μέσα. Οι θεατρικές κούκλες και οι μάσκες πρέπει να παίζονται στο δρόμο. Είναι πιο ηχηρές από την κίνηση των δρόμων. Δεν διδάσκουν προβλήματα, αλλά ουρλιάζουν και χορεύουν και χτυπούν τους άλλους στο κεφάλι και απεικονίζουν τη ζωή με τους πιο σαφείς όρους.”

“Το κουκλοθέατρο είναι προέκταση της γλυπτικής. Ο επαγγελματίας γλύπτης δεν έχει πολλά να κάνει παρά να διακοσμεί βιβλιοθήκες και σχολεία. Όμως το να βγάλεις τα γλυπτά στους δρόμους, να πεις μια ιστορία με αυτά, να φτιάξεις μουσική και χορούς για αυτά – αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει.” 

Peter Schumann

Απόσπασμα από άρθρο του περιοδικού για το θέατρο του Α.Π.Θ. Σκηνή 9, σελίδες 91 -110 , των ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΡΔΑΡΗ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΠΑΡΟΥΣΗ και ΜΑΡΙΑ ΒΕΛΙΩΤΗ-ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, 2017

Η ομάδα κουκλοθεάτρου Bread and Puppet Theater ιδρύθηκε από τον Πέτερ Σούμαν [Peter Schumann] το 1963, στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ιστορία της ομάδας συνδέεται στενά με τον ιδρυτή της, τη γερμανική του καταγωγή και τα παιδικά του χρόνια κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Πέτερ Σούμαν γεννήθηκε στη Σιλεσία της σημερινής Πολωνίας το 1934 και σε νεαρή ηλικία κατέφυγε ως πρόσφυγας με την οικογένειά του στη Γερμανία, όπου ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τον χορό και τη μουσική. Το 1961 μετανάστευσε με τη γυναίκα του, Έλκα [Elka], στη Νέα Υόρκη, όπου δημιούργησαν την ομάδα Bread and Puppet Theater (B&P).2 Από το 1970 και μετά ο Σούμαν και οι B&P μετοίκησαν στο Glover της πολιτείας του Vermont, όπου το πανεπιστήμιο Goddard College, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε κέντρο πολιτισμού και τεχνών,3 τους παρείχε καλλιτεχνική στέγη (residency).4 Τελικά, το 1974, μετακόμισαν σε δική τους φάρμα στο Glover του Vermont, όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα.

Οι δεκαετίες 1960 και 1970 ήταν τα χρόνια των κινημάτων της αμφισβήτησης (φεμινιστικό κίνημα, πράσινοι, οικολόγοι, νέοι αντικομφορμιστές). Τα κινήματα αυτά έφεραν στην επιφάνεια το έργο πολλών πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών. Η «ιδέα» απέκτησε τον κυρίαρχο ρόλο, ενώ παράλληλα αμφισβητήθηκε η ‘μονιμότητα’ του έργου τέχνης, το οποίο γινόταν όλο και πιο εφήμερο. Τα έργα που δημιουργούνται τείνουν να προσελκύσουν όλο και περισσότερους θεατές, που καλούνται να τα δουν και να τα βιώσουν ως αισθητική εμπειρία. Μια από τις καθοριστικές ιδέες της εποχής ήταν και η ιδέα της κατάργησης των ορίων ανάμεσα στην «τέχνη» και στη «ζωή». Η μετατροπή του έργου τέχνης σε εμπειρία, σε «συμβάν», οι πνευματικές ανησυχίες και διεργασίες, ο ριζοσπαστισμός αυτής της περιόδου συνεχίστηκαν και αναπτύχθηκαν και στις επόμενες γενιές. Η μοναδική στον χώρο του κουκλοθέατρου αισθητική των B&P επηρεάζεται από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Ο θίασος υιοθετεί στοιχεία της Ποπ Αρτ με την επιλογή των ευτελών και εφήμερων υλικών στις κατασκευές κούκλας, χρησιμοποιεί τη γραφή (σε σκηνικά, σε χάρτινους τίτλους, σε πανιά με εκτυπωμένες ή ζωγραφισμένες επιγραφές) και στοιχεία του χάπενινγκ στις παρελάσεις του. Πρόκειται για μια αισθητική η οποία έχει γίνει σήμα κατατεθέν των B&P, οι οποίοι όμως επιχειρούν να ξεφύγουν από τον ορισμό που έδωσε ο Χάμιλτον το 1957 για την Ποπ Αρτ. Τα έργα τους δεν έχουν πρόθεση να είναι εμπορικά ή επιχειρηματικά. Το θέατρο των B&P χαρακτηρίστηκε από την αρχή της πορείας του ως «ριζοσπαστικό θέατρο διαμαρτυρίας», γιατί ασχολήθηκε με οτιδήποτε προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη φύση. 5

Οι B&P ξεκίνησαν να διαμαρτύρονται αρχικά για τον πόλεμο του Βιετνάμ και έπειτα για κάθε εμπλοκή των ΗΠΑ σε πόλεμο, υποκινώντας την αντίσταση κατά των πυρηνικών, υποστηρίζοντας το κίνημα των Σαντινίστας και συμμετέχοντας στις διαδηλώσεις κατά του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.6 Με ώθηση τα ζητήματα της επικαιρότητας, οι «φωνές» των B&P καταφέρνουν να ακουστούν ηχηρότερα από την «κίνηση των δρόμων της Νέας Υόρκης» και μέχρι την Ευρώπη.7 Ο Πέτερ Σούμαν έχει γράψει ένα σχετικό δοκίμιο για τη «ριζοσπαστικότητα του κουκλοθέατρου» καθώς και το μανιφέστο «Γιατί η τέχνη να είναι φθηνή;». Τα κείμενα αυτά περιγράφουν τον πυρήνα της φιλοσοφίας των B&P. Για τον Σούμαν, η τέχνη δεν πρέπει να παράγεται για την τέχνη, αλλά να απαντάει στη ζωή. Η τέχνη δεν πρέπει να αποτελεί ατομική έκφραση, αλλά συνολική έκφραση μιας ομάδας ατόμων, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη των ατόμων αυτών και ο σκοπός δεν είναι το έργο τέχνης, δηλαδή το τελικό αποτέλεσμα, αλλά η διαδικασία που περνούν τα μέλη της.

Ο Σούμαν και οι συνεργάτες του χρησιμοποιούν κυρίως ευτελή φυσικά υλικά, όπως χαρτί, ξύλο, πηλό και τέμπερες, με τα οποία κατασκευάζουν μόνοι τους όλες τις κούκλες, τις μάσκες και τα σκηνικά της παράστασης. Στις παραστάσεις τους παίζουν με τα μεγέθη και την απλότητα, κατασκευάζοντας κυρίως απλές, γιγάντιες κούκλες, τις οποίες χειρίζεται μεγάλος αριθμός εθελοντών. Εκτός από κούκλες χρησιμοποιούν ζωγραφισμένα ή τυπωμένα πανιά που απεικονίζουν καθοριστικές λέξεις ή διάφορες μορφές, σκίτσα και μάσκες φτιαγμένα από τον ίδιο τον Σούμαν.9 Τόσο οι κούκλες όσο και το ζυμωτό δικό τους ψωμί είναι βασικά στοιχεία της τέχνης και της φιλοσοφίας των B&P, γι’ αυτό άλλωστε βρίσκονται και στο όνομα της ομάδας («Bread and Puppet», δηλαδή «Ψωμί και Κούκλα»). Όπως αναφέρει η Έλκα Σούμαν, το πραγματικό ψωμί που προσφέρουν στις παραστάσεις τους δε μοιάζει καθόλου με το ψωμί που βρίσκει κανείς στο σουπερμάρκετ, χρειάζεται να κάνεις προσπάθεια για να το μασήσεις, όμως στο τέλος επιβραβεύεσαι με κάτι καλό. Έτσι συμβαίνει και όταν το θέατρο των Bread and Puppet είναι επιτυχημένο. Βλέποντας κανείς μια παράσταση καλείται να σκεφτεί και να προσπαθήσει να καταλάβει το νόημά της, όμως στο τέλος το κοινό είναι αυτό που θα αποφασίσει αν άξιζε η προσπάθεια ή όχι.

Ερωτήματα

Πολλά ερωτήματα θα μπορούσαν να τεθούν γύρω από το συγκεκριμένο θεατρικό γεγονός, όπως: ποιος είναι ο λόγος που ήρθαν οι B&P στην Ελλάδα; Ποιο είναι το μήνυμα που ήθελαν να μεταδώσουν στο κοινό οι B&P; Ποιο είναι το μήνυμα που προσέλαβε το κοινό από την παράσταση; Τι προσέλαβαν οι εθελοντές από τη συνεργασία τους με τους B&P; Κατά πόσο η στρατηγική που ακολουθούν οι B&P συνεχίζει να είναι επιτυχημένη ως προς τους εθελοντές αλλά και ως προς το κοινό στο οποίο απευθύνονται; Μπορεί τελικά το κουκλοθέατρο ως είδος θεατρικής τέχνης και μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης να ασκήσει ριζοσπαστική πολιτική κριτική; Στόχος αυτού του άρθρου δεν είναι να ασκήσει κριτική στις αναγνωρισμένες θεατρικές πρακτικές της ομάδας των B&P, αλλά να προσπαθήσει να διακρίνει τους τρόπους με τους οποίους αυτές λειτούργησαν για το κοινό και τους εθελοντές που κατάφεραν να προσελκύσουν στη μοναδική αυτή παράσταση.

Γενική υπόθεση

Η ριζοσπαστική ομάδα B&P εδώ και πενήντα χρόνια επιλέγει να χρησιμοποιεί το θέατρο και την κούκλα για να διαμαρτυρηθεί, εκφράζοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά της σε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Πέτερ Σούμαν είχε έρθει πρώτη φορά στην Αθήνα το 1976, τρία χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, με το έργο The Big American Dance of Death με θέματα «τον θάνατο, τον πόλεμο, την κατάρα και την ελπίδα για τον σημερινό άνθρωπο και την Αμερική ειδικότερα».11 Έκτοτε επανήλθε δύο ακόμη φορές.12 Σε μια αντίστοιχα σημαντική πολιτική χρονική στιγμή, μέλη των B&P βρέθηκαν ξανά στην Ελλάδα, την άνοιξη του 2015. Η Ελλάδα διένυε μια περίοδο οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Όλα τα «βλέμματα» της Ευρώπης αλλά και του κόσμου ήταν στραμμένα στην ελληνική περίπτωση ή τουλάχιστον έτσι νιώθαμε. Η κρίση αυτή δεν είναι όμως μονάχα ελληνικό ζήτημα. Πρόκειται στην ουσία για μια πολιτική και ανθρωπιστική κρίση που αφορά τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Οι B&P ήρθαν στην Ελλάδα ενημερωμένοι για τις τοπικές εξελίξεις με διάθεση αλληλεγγύης και συμπαράστασης.

Η στρατηγική που χρησιμοποίησαν οι B&P για να εκφράσουν την ιδέα της παράστασης χαρακτηρίζεται από τον τρόπο εργασίας της ομάδας με τους εθελοντές και τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούν να εντάξουν το κοινό, μέσα από την προσφορά του ψωμιού αλλά και από τα ίδια τα υλικά που χρησιμοποιούν για την κατασκευή των κουκλών. Ο Πέτερ Σούμαν,14 ως βασικός εκφραστής των B&P, και οι συνεργάτες του, παίρνοντας αφορμή από το συγκεκριμένο κοινωνικό-πολιτικό ζήτημα της ανθρωπιστικής κρίσης και βασιζόμενοι στο κείμενο της Αντιγόνης του Σοφοκλή, έφτιαξαν το σκελετό μιας παράστασης. Στη συνέχεια προσέγγισαν διαφορετικές ομάδες εθελοντών με τις οποίες συνεργάστηκαν για να δημιουργήσουν το τελικό αποτέλεσμα: μια μοναδική παράσταση, όπως άλλωστε κάνουν κάθε φορά. Η παράσταση, που διαφέρει από τόπο σε τόπο, παρουσιάζεται στο κοινό, στο οποίο οι B&P προσπαθούν να μεταδώσουν την εκάστοτε ιδέα με την αμεσότητα του λόγου, τη συμβολικότητα των εικόνων και των κουκλών, την απλότητα των υλικών και την προσφορά του ψωμιού. Οι σχέσεις τόσο των εθελοντών με τους B&P όσο και της παράστασης με το κοινό αποτελούν μια προσπάθεια επικοινωνίας μεταξύ των B&P, των εθελοντών και του κοινού μέσα από τη θεατρική σύμβαση. Η προσπάθεια αυτή φαίνεται να συγκαταλέγεται στους κύριους στόχους της θεατρικής ομάδας.15 Η επιτυχημένη ανάπτυξη αυτών των σχέσεων με τη χρήση θεατρικών τεχνικών κρίνει, τελικά, κατά πόσο επιτυχημένα μεταφέρεται το μήνυμα της παράστασης, που στην προκειμένη περίπτωση μάλλον είναι: σκεφτείτε!

Αποτελέσματα

Η ομάδα B&P σκηνοθέτησε την παράσταση με τη βοήθεια των εθελοντών. Οι εθελοντές κατείχαν τον ρόλο της «έμψυχης κούκλας» με την έννοια ότι ακολουθούσαν τις οδηγίες της ομάδας χωρίς να απαιτείται να έχουν κάποια προηγούμενη εμπειρία ή εκπαίδευση σχετικά με το θέατρο ή το κουκλοθέατρο. Αποτελούσαν μέρος της παράστασης και βασικό συστατικό της αισθητικής της. Το κοινό, από την άλλη μεριά, καλούνταν να παρακολουθήσει και να οικοδομήσει με το δικό του τρόπο τον «Μύθο», την «Αισθητική» και το «Μήνυμα» της παράστασης. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης των συνεντεύξεων δείχνουν ενδεικτικά τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν οι εθελοντές και το κοινό αυτές τις σχέσεις.

“Οι τέχνες είναι προνόμιο των πλουσίων. Μόνο οι πλούσιοι ιδιώτες και οι πλούσιες κοινωνίες τις στηρίζουν οικονομικά. […] Αλλά στο πνεύμα οι τέχνες είναι θεοί: θεραπεύουν, φέρνουν επανάσταση, ολοκληρώνουν, τελειοποιούν. Μπορούν να κάνουν όλα αυτά που εμείς ποτέ δεν τολμάμε να ονειρευτούμε δυνατά και είναι απόλυτα σοβαρές για το εξής: ακολουθούν τα υψηλά τους οράματα με πάθος, αγάπη και εξυπνάδα. […] Οι τέχνες είναι πολιτικές, είτε τους αρέσει είτε όχι.” 

Peter Schumann

Συζήτηση

Οι B&P με την επίσκεψή τους στην Ελλάδα δημιούργησαν μια ευκαιρία να προσεγγίσουν μέλη της τοπικής κοινωνίας και να επικοινωνήσουν μαζί τους τόσο στο επίπεδο της συνεργασίας όσο και σε αυτό που διαμορφώνει η θεατρική σύμβαση. Σε αυτό το πλαίσιο ανέβασαν μια παράσταση που η ιδέα της αφορά στους ίδιους, όσο και στους εθελοντές και στο κοινό που πέτυχαν να προσελκύσουν. Με μια πρώτη ματιά, αυτή η προσπάθεια των B&P μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένη, γιατί προσέλκυσε μεγάλο αριθμό εθελοντών και θεατών που φαίνεται να έμειναν τελικά ικανοποιημένοι. Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της επιτυχίας; Και ποια τεκμήρια μας οδηγούν σ’ αυτά; Οι συγκυρίες που διαμόρφωναν το πλαίσιο της επικοινωνίας ήταν καταρχήν προνομιακές. Σε στιγμές όπου οι ζωές των ανθρώπων βρίσκονται μπροστά σε περισσότερα αδιέξοδα από ότι λύσεις, η εικόνα της «πραγματικότητας» θολώνει και δίνει περιθώρια στη «γλώσσα» της τέχνης να παρέμβει και να λειτουργήσει επί της ουσίας θεραπευτικά, υποβοηθώντας την έκφραση των συναισθημάτων και την αναδιάταξη των σκέψεων. Ιδιαίτερα μάλιστα, το είδος τέχνης το οποίο πρεσβεύουν οι B&P, που είναι ένα θέατρο κοινωνικό και ανήκει σε χώρους ανοικτούς, στους δρόμους, στις γειτονιές και στις πλατείες, μπορεί να συναντήσει και να προβληματίσει ανθρώπους που δεν έχουν έρθει σε επαφή με την τέχνη, που «πεινούν» για πραγματικό αλλά και για «καλλιτεχνικό» ψωμί.24 Τα αποτελέσματα όμως αυτής της έρευνας, μάλλον δεν μιλούν ιδιαίτερα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Αυτούς τους ανθρώπους είναι πιθανό ότι συνάντησε η παράσταση που έδωσαν οι B&P την τρίτη μέρα, στην πλατεία Μοναστηρακίου, όπου εξελίχθηκε η ιδιαίτερη δυναμική της: οι B&P με τους εθελοντές, με φόντο την κίνηση των δρόμων, την εκκλησία, τους ανθρώπους της πλατείας και στο βάθος την Ακρόπολη, έπαιξαν την παράστασή τους εκεί όπου πραγματικά «ανήκει», στο δρόμο, στην καρδιά της πρωτεύουσας. Και τα τεκμήρια από τις αντιδράσεις του κοινού, που κατέγραψε η παρατήρηση, καθώς και ο τρόπος που η έμπειρη ομάδα των B&P διαχειρίστηκε τα τυχαία περιστατικά της πλατείας, όπως τον σκύλο, τους πλανόδιους πωλητές, τα παιδιά της πλατείας, δείχνουν την επιτυχία αυτής της δυναμικής. Από την άλλη μεριά, οι εθελοντές και οι θεατές που απάντησαν στις συνεντεύξεις έδειχναν να είναι μυημένοι στις θεατρικές τέχνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν παράλληλα και υποκείμενα της ελληνικής κρίσης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εθελοντές επέλεξαν να εμπλακούν στη συνεργασία με τα μέλη της ομάδας των Β&Ρ, υποκινούμενοι κυρίως από τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα και αποκομίζοντας γνώσεις και εμπειρίες από τη δομή και την οργάνωση της συνεργασίας. Οι θεατές πάλι, έτειναν να αναλάβουν ρόλο κριτικού και να διατυπώσουν απόψεις για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, οι, ούτως ή άλλως, πολιτικά ενήμεροι εθελοντές και θεατές φαίνεται να διαχειρίστηκαν ψύχραιμα την πολιτική ιδέα που «συζητούσε» η παράσταση και να άφησαν κυρίως την αισθητική που επέβαλαν οι καλλιτέχνες των Β&Ρ να τους παρασύρει συναισθηματικά.

 Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Σούμαν «οι κούκλες και οι μάσκες ανήκουν στους δρόμους» (βλ. Bell, «Louder than Traffic», σ. 272-273), γιατί το κουκλοθέατρο ως θέαμα είναι από τη φύση του πολιτικό (βλ. McCormick και Schumann, «Bread and Circuses», σ. 14). Τα αποτελέσματα αυτά μιλούν για τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και των παραστάσεων στον χώρο του BIOS, όπου η θεατρική ομάδα πέτυχε ένα υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα, πλαισιώνοντας το σαφές πολιτικό της θέμα με απλές σκηνικές κατασκευές και προκλητικές τεχνικές θεατρικής πειθαρχίας. Μιλούν, επίσης, για τα χαρακτηριστικά μιας ιδιόμορφης θεατρικής επιτυχίας που φαίνεται να πέτυχε τους στόχους της μέσα από παράξενους δρόμους: μέσα στον χώρο του BIOS φαίνεται να βρέθηκαν και να συνομίλησαν καλλιτεχνικά για ένα πολιτικό ζήτημα τα πέντε μέλη της θεατρικής ομάδας των Β&Ρ μαζί με τους εθελοντές με τους οποίους συνεργάζονταν ήδη και τους θεατές, που σε μεγάλο βαθμό συνδέονταν φιλικά ή συγγενικά με κάποιους εθελοντές. Ένας καλλιτεχνικός διάλογος μιας πραγματικά μεγάλης παρέας πολιτικοποιημένων φίλων του θεάτρου και του κουκλοθέατρου, που κατέληξε μέσα από τη μεταφορική δράση ενός αρχαίου δράματος παιγμένου με κούκλες, μέσα από συναισθηματική φόρτιση, από σκέψεις περί αισθητικής και από αναλύσεις συμβολισμών, να καταλήξει εκεί που οι B&P θα ήθελαν: να πραγματεύεται απ’ όλες τις κατευθύνσεις το πολιτικό πρόβλημα της πάντα επίκαιρης Αντιγόνης. Άλλοτε ως πρόβλημα προσωπικό, άλλοτε εξ αποστάσεως ως πρόβλημα ελληνικό ή αμερικανικό, άλλοτε από ακόμη μεγαλύτερη απόσταση ως παγκόσμιο πρόβλημα, άλλοτε με το πάθος ενός «έτοιμου» διαδηλωτή που νιώθει τους αστυνομικούς να πλησιάζουν, άλλοτε με τη συγκίνηση των αναμνήσεων που φέρνει η ηλικία. Έτσι, το κουκλοθέατρο ως θεατρικό είδος φαίνεται να παραμένει ικανό να ασκήσει ριζοσπαστική πολιτική κριτική με τρόπο άμεσο ή έμμεσο. Αυτή είναι άλλωστε και η παράδοσή του: το έκανε ο Punch, ο Καραγκιόζης ή οι κούκλες του Νίκου Ακίλογλου που έπαιζαν στην «Ελεύθερη Ελλάδα» το 1943-44.25 Και εξακολουθεί να το κάνει με τον δικό της τρόπο και η θεατρική ομάδα του Πέτερ Σούμαν, που παρουσιάστηκε για άλλη μια φορά στον τόπο των πολιτικών εξελίξεων και με τη στρατηγική του θεάτρου του κατάφερε να εμπλέξει έναν σημαντικό αριθμό Ελλήνων, εθελοντών και κοινού, στον δικό του αισθητικό τρόπο «συζήτησης» των πολιτικών θεμάτων. Η παρουσία του καταγράφηκε στο ημερολόγιο της καλλιτεχνικής ιστορίας, χωρίς «επαναστατικά κύματα» έξω από τα βιομηχανικά τείχη του BIOS. Ίσως αυτή η ειρηνόφιλη και ρομαντική θεατρική γλώσσα που χρησιμοποιεί σήμερα o Σούμαν να ανήκει σε άλλη δεκαετία. Ίσως το θέατρό του να χρειάζεται αναπλαισίωση για να μπορέσει να διατηρήσει τον χαρακτηρισμό του ριζοσπαστικού πολιτικού θεάτρου. Όπως και να ’χει ο Σούμαν δεν έχει την πρόθεση να δώσει λύσεις στα πολιτικά προβλήματα, αλλά να προσφέρει μία φόρμα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για να πλάσει το μήνυμα που θέλει. Μια γλώσσα όπως αυτή που τα αποτελέσματα μάς δείχνουν ότι βρήκαν οι έλληνες φίλοι του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 John Bell, «Louder than Traffic: Bread and Puppet Parades», στο: John Cohen-Cruz (επιμ.), Radical Street Performance: An International Anthology, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1998, σ. 272-273.

2 Susan Green, Bread & Puppet: Stories of Struggle & Faith from Central America, επιμ. Greg Guma, Green Valley Film and Art Inc., Burlington, Vermont 1985, σ. 78.

3 John Bell, «The End of our Domestic Resurrection Circus: Bread and Puppet Theater and Counterculture Performance in the 1990s», στο αφιέρωμα «Puppets, Masks, and Performing Objects», επιμ. John Bell, TDR, τμ. 43, τχ. 3 (Φθινόπωρο 1999), σ. 63.

4 Ο όρος «Καλλιτεχνική Στέγη» αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του «Residency». Σε αυτό το είδος προγράμματος παρέχεται διαμονή σε κάποιο καλλιτέχνη με σκοπό την έμπνευση και τη δημιουργία συγκεκριμένου καλλιτεχνικού έργου σε ορισμένο χρονικό διάστημα.

5 Peter Schumann, Η ριζοσπαστικότητα του Κουκλοθέατρου, μτφ. και επιμ. Στάθης Μαρκόπουλος, Εκδόσεις Αγιούσαγια, Αθήνα 1993 [=The Radicality of the Puppet Theater, Bread and Puppet Press, Glover, Vermont 1990].

6 Αντιγόνη Παρούση, Κουκλοθέατρο στην Εκπαίδευση. Εκπαίδευση στο Κουκλοθέατρο, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 67.

7 Βλ. Bell, «Louder than Traffic: Bread and Puppet Parades», σ. 190-191.

8 Stefan Brecht, The Bread and Puppet Theatre, τμ. 1, Methuen/Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1988, σ. 97.

9 Eileen Blumenthal, Puppetry: An Illustrated World Survey, Thames & Hudson, Λονδίνο 2005, σ. 177.

10 Απόδοση εξ ακοής αποσπάσματος από το ντοκιμαντέρ για τους B&P, των DeeDee Halleck και Tamar Schumann, Ah! The Ηopeful Pageantry of Bread and Puppet Theater, Willow, Νέα Υόρκη 2002 [http://archive.org/details/ah_the_hopeful_pageantry_of_bread_and_puppet (15/12/2015)].

11 Françoise Kourilsky, «Μικρό αφιέρωμα στο θέατρο ‘Ψωμί και Κούκλες’», μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, Θέατρο, τχ. 49-50 (Γενάρης-Απρίλης 1976), σ. 41-57.

12 Το 1998, ο θίασος συμμετείχε στο διεθνές συμπόσιο «Ονειρικά Ταξίδια» που έγινε με αφορμή τα 20 χρόνια του «Θεάτρου Κούκλας» του Τάκη Σαρρή· βλ. Κατερίνα Λιοντάκη, «Παραστάσεις Αρχαίου Δράματος στην Ελλάδα, με στοιχεία από τις λαϊκές μορφές θεάτρου: Κουκλοθέατρο και Θέατρο Σκιών», στο: Αλεξία Αλτουβά και Μαρία Σεχοπούλου (επιμ), Παγκόσμιο Θέατρο: Πράξη-Δραματουργία-Θεωρία (Πρακτικά συνεδρίου), Επιστημονική Συνάντηση Αφιερωμένη από τα 300 χρόνια από τη γέννηση του Denis Diderot, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2017, σ. 49-68. [http://www.theatre.uoa.gr/fileadmin/theatre.uoa.gr/uploads/Images/Ann/PAGKOSMIO_THEATRO__EBOOK.pdf (2/12/2017)]. Στο τέλος του Δεκεμβρίου 2013, στη διάρκεια πάντα της κρίσης, δυο από τα μέλη της ομάδας B&P, βρέθηκαν στην Αθήνα, καλεσμένοι από το Κέντρο Χορού Ισιδώρα Ντάνκαν για μια σειρά σεμιναρίων και παραστάσεων δρόμου με Έλληνες συμμετέχοντες· βλ. Έλενα Πατρικίου, «Tο θέατρο είναι τροφή, κι εμείς αυτή την τροφή την ετοιμάζουμε με ψωμί και μαριονέτες», Ενθέματα (Η Αυγή), 1 Ιανουαρίου 2013 [https://enthemata.wordpress.com/2013/01/01/gahan/ (2/12/2017)].

13 Οι Bread and Puppet δεν είναι η μόνη ομάδα κουκλοθέατρου που απευθύνεται σε ενήλικες και έχει κάνει την καλλιτεχνική παρουσία της στην Αθήνα σε σημαντικές περιόδους αναταραχής. Αξίζει να αναφέρουμε την παρουσία της Αριάν Μνουσκίν [Ariane Mnouchkine] με το Θέατρο του Ήλιου το καλοκαίρι του 2011. H Mnouchkine παρέλασε στους δρόμους της Αθήνας με μια λευκή γιγαντόκουκλα, που συμβόλιζε τη δικαιοσύνη, καταλήγοντας στην πλατεία Συντάγματος και υποστηρίζοντας τους «Αγανακτισμένους»· βλ. Μαρία Βελιώτη-Γεωργοπούλου, «Ο οικείος ‘άλλος’. Η μαριονέτα των κοινωνικών κινημάτων του Θεάτρου του Ήλιου», στο: Μ. Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Β. Γεωργοπούλου, Ι. Καραμάνου, Μ. Κοτζαμάνη και Γ. Λεοντάρης (επιμ.), Θέατρο και ετερότητα: Θεωρία, Δραματουργία και Θεατρική Πρακτική, Πρακτικά Στ΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου, Ναύπλιο 17-20/5/2017, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Ναύπλιο 2018, υπό έκδοση. Έπειτα, από τις 12 έως τις 15 Μαρτίου 2015 μια εβδομάδα μετά τους Bread and Puppet, ήρθε στην Αθήνα στο Εργαστήρι Μαιρηβή η ελβετική ομάδα Tête dans le sac, η οποία, με την παράσταση κουκλοθέατρου Η νύχτα θα τελειώσει μία μέρα, έκανε έναν ποιητικό παραλληλισμό των ιστοριών των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και των σημερινών προσφύγων, χρησιμοποιώντας ζωντανή ρεμπέτικη μουσική.

14 Σήμερα ο Πέτερ Σούμαν είναι 87 ετών.

15 Σύμφωνα με τον Greg Corbino και τη Maura Gahan, μέλη της ομάδας B&P, σε συνέντευξη που έδωσαν κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα το 2015: «Η εξέλιξη της κάθε παράστασής μας εξαρτάται πάντα από τον τόπο, τη συγκεκριμένη σκηνή, τα γεγονότα που συμβαίνουν στην παρούσα στιγμή και το διάλογο που προκύπτει με τους συμμετέχοντες (εθελοντές)»· βλ. Ιλειάνα Δημάδη, «Bread & Puppet Theater: ‘Κερνάμε πάντα τους θεατές μας ψωμί και ακτιβισμό!’», Αθηνόραμα, 3 Μαρτίου 2015 [http://www.athinorama.gr/theatre/article/bread_kai_puppet_theatre_kername_panta_tous_theates_mas_p somi_kai_aktibismo!_-2505173.html (4/5/2015)].

16 Το College Year in Athens – Διεθνές Κέντρο Ελληνικών και Μεσογειακών Σπουδών (CYA-ΔΙΚΕΜΕΣ) ιδρύθηκε το 1962. Πρόκειται για εκπαιδευτικό ίδρυμα που αναλαμβάνει προγράμματα σπουδών για αγγλόφωνους προπτυχιακούς φοιτητές και καλοκαιρινά μαθήματα στην Ελλάδα [http://www.cyathens.org/.html (30/1/2016)]).

19 Πρόκειται για τη μετάφραση της αγγλικής φράσης «De-austeritation Dances», όπως αποδόθηκε στα ελληνικά από τους εθελοντές.

20 Συνέντευξη των B&P στην Αθήνα στις 3/3/2015: «Όσον αφορά την Αντιγόνη, υπάρχει ένα προσχέδιο της παράστασης, ας πούμε «μια ανοιχτή δομή», η οποία προσαρμόζεται κάθε φορά ανάλογα με τις επιθυμίες, τις ανάγκες και όσα μας προσφέρει η τοπική κοινότητα που επισκεπτόμαστε. Κάθε παράσταση της Αντιγόνης μας είναι διαφορετική. Αλλιώτικη ήταν στο Βερμόντ, στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη, πολύ διαφορετική θα είναι αυτή στην Αθήνα. Είναι πάντα ευπρόσδεκτα τα στοιχεία που προκύπτουν στις πρόβες μας από τους εκάστοτε εθελοντές-μέλη της κοινότητας. Μπορούμε να συνεργαστούμε εξίσου καλά με πέντε άτομα αλλά και με εκατόν πέντε. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά!»· Δημάδη, «Bread & Puppet Theater».

21 Jean Copans, Η επιτόπια εθνολογική έρευνα, μτφ. και επιμ. Κατερίνα Μάρκου, Gutenberg, Αθήνα 2004

22 Melanie Birks και Jane Mills, Grounded Theory. A Practical Guide, 2η έκδ., Sage, Λονδίνο 2015

23 John McCormick και Peter Schumann, «Bread and Circuses», Theatre Ireland, τχ. 11 (1985), σ. 14.

24 Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Σούμαν «οι κούκλες και οι μάσκες ανήκουν στους δρόμους» (βλ. Bell, «Louder than Traffic», σ. 272-273), γιατί το κουκλοθέατρο ως θέαμα είναι από τη φύση του πολιτικό (βλ. McCormick και Schumann, «Bread and Circuses», σ. 14).

25 Maria Velioti-Georgopoulos, «Playing and Learning with Puppets. Puppet Theatre in Free Greece (19431944)», reCHERche (Presses universitaires de Strasbourg) τχ. 16 (2016), σ. 59-66, 205.

26 Βλ. Kourilsky, «Μικρό αφιέρωμα στο θέατρο ‘Ψωμί και Κούκλες’», σ. 45.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ah! The Hopeful Pageantry of Bread and Puppet (ντοκιμαντέρ), επιμ. DeeDee Halleck και Tamar Schumann, Willow, Νέα Υόρκη 2002 [http://archive.org/details/ah_the_hopeful_pageantry_of_bread_and_puppet (15/12/2015)].

Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Μαρία, «Ο οικείος ‘άλλος’. Η μαριονέτα των κοινωνικών κινημάτων του Θεάτρου του Ήλιου», στο: Μ. Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Β. Γεωργοπούλου, Ι. Καραμάνου, Μ. Κοτζαμάνη και Γ. Λεοντάρης (επιμ.), Θέατρο και ετερότητα: Θεωρία, Δραματουργία και Θεατρική Πρακτική, Πρακτικά Στ΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου, Ναύπλιο 17-20/5/2017, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Ναύπλιο 2018 (υπό έκδοση).

Velioti-Georgopoulos, Maria, «Playing and Learning with Puppets. Puppet Theatre in Free Greece (1943-1944)», reCHERche (Presses universitaires de Strasbourg), τχ. 16 (2016), σ. 5966, 205.

Bell, John, «Beyond the Cold War: Bread and Puppet Theatre at the End of the Century», American Puppet Modernism: Essays on the Material World in Performance, Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη 2008, σ. 189-218.

____________, «Louder than Traffic: Bread and Puppet Parades», στο: John Cohen-Cruz (επιμ.), Radical Street Performance: An International Anthology, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1998, σ. 271-281.

____________, «The End of our Domestic Resurrection Circus: Bread and Puppet Theater and Counterculture Performance in the 1990s», στο αφιέρωμα «Puppets, Masks, and Performing Objects», επιμ. John Bell, TDR, τμ. 43, τχ. 3 (Φθινόπωρο 1999), σ. 62-80.

Birks, Melanie και Jane Mills, Grounded Theory. A Practical Guide, 2η έκδ., SAGE, Λονδίνο 2015.

Blumenthal, Eileen, Puppetry: An Illustrated World Survey, Thames & Hudson, Λονδίνο 2005.

Brecht, Stefan, The Bread and Puppet Theatre, τμ.1, Methuen/Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1988.
Copans, Jean, Η επιτόπια εθνολογική έρευνα, μτφ. και επιμ. Κατερίνα Μάρκου, Gutenberg, Αθήνα 2004.

Δημάδη, Ιλειάνα, «Bread & Puppet Theater. ‘Κερνάμε πάντα τους θεατές μας ψωμί και ακτιβισμό!’», Αθηνόραμα, 3 Μαρτίου 2015 http://www.athinorama.gr/theatre/article/bread_kai_puppet_theatre_kername_panta_tous_theates_mas_psomi_kai_aktibismo !_-2505173.html (4/5/2015)].

Green, Susan, Bread & Puppet: Stories of Struggle & Faith from Central America, επιμ. Greg Guma, Green Valley Film and Art Inc., Burlington-Vermont 1985.

Kourilsky, Françoise, «Μικρό αφιέρωμα στο θέατρο ‘Ψωμί και Κούκλες’», μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, Θέατρο τχ. 49-50 (Ιανουάριος-Απρίλιος 1976), σ. 41-57.

Λιοντάκη, Κατερίνα, «Παραστάσεις Αρχαίου Δράματος στην Ελλάδα, με στοιχεία από τις λαϊκές μορφές θεάτρου: Κουκλοθέατρο και Θέατρο Σκιών», στο: Αλεξία Αλτουβά και Μαρία Σεχοπούλου (επιμ.), Παγκόσμιο Θέατρο: Πράξη-Δραματουργία-Θεωρία (Πρακτικά συνεδρίου), Επιστημονική Συνάντηση Αφιερωμένη από τα 300 χρόνια από τη γέννηση του Denis Diderot, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2017, σ. 49-68 [http://www.theatre.uoa.gr/fileadmin/theatre.uoa.gr/uploads/Images/Ann/PAGKOS MIO_THEATRO__E-BOOK_.pdf (2/12/2017)].

McCormick, John και Peter Schumann, «Bread and Circuses», Theatre Ireland, τχ.11 (1985), σ. 1820.

Παρούση, Αντιγόνη, Κουκλοθέατρο στην Εκπαίδευση. Εκπαίδευση στο Κουκλοθέατρο, Πλέθρον, Αθήνα, 2012.

Πατρικίου, Έλενα, «Tο θέατρο είναι τροφή, κι εμείς αυτή την τροφή την ετοιμάζουμε με ψωμί και μαριονέτες», Ενθέματα (Η Αυγή), 1 Ιανουαρίου 2013 [https://enthemata.wordpress.com/2013/01/01/gahan/ (2/12/2017)].

Schumann, Peter, Η ριζοσπαστικότητα του Κουκλοθέατρου, μτφ. και επιμ. Στάθης Μαρκόπουλος, Εκδόσεις Αγιούσαγια, Αθήνα 1993 [=The Radicality of the Puppet Theater, Bread and Puppet Press, Glover-Vermont 1990]

 

Πηγή https://www.researchgate.net/publication/334731465

Copyright © 2021 All Rights Reserved ®
Κουκλοθέατρο Άριμα
Κατασκευή Ιστοσελίδας: Ax-Easy